28/08/2026
Φύγαν τα τρένα που περίμενες να ’ρθουν,
κι οι αναμνήσεις σαν νερό γοργά κυλούν.
Μα απ’ της λήθης το πηγάδι πίνουν μόνο οι νεκροί,
κι όχι εσύ, όχι εσύ.
Πού ’ναι τα χρόνια που ήταν όλα πιο αγνά,
που η μέρα τέλειωνε νωρίς και ήσυχα;
Μια καλημέρα, μια αυλόπορτα ανοιχτή,
κι ένα φεγγάρι να φωτίζει τη σιωπή.
Στα πεζοδρόμια το απόγευμα καθόταν
μια γειτονιά κι ο κόσμος όλος γνωριζόταν.
Κι απ’ τα παράθυρα μυρίζανε φαγητά,
ενώ τα παιδιά γυρνούσανε αργά.
Ένα ραδιόφωνο να παίζει στο μπαλκόνι,
δυο καρέκλες κι ένας ήλιος που τελειώνει.
Κι η Κυριακή, με το τραπέζι το στρωτό,
έμοιαζε ολόκληρη με έναν κόσμο ζωντανό.
Πού ’ναι τα χρόνια τα μικρά, τα ταπεινά,
που η ευτυχία δεν ζητούσε πιο πολλά;
Ένα ψωμί, λίγο κρασί, μια συντροφιά,
κι όλη η ζωή μας χώραγε σ’ αυτά.
Πού ’ναι οι άνθρωποι που ξέρανε να ζουν,
χωρίς να τρέχουνε τον χρόνο να προλάβουν;
Είχανε λίγα, μα μπορούσαν να χαρούν,
κι είχαν τον χρόνο για να ονειρευτούν.
© Dimitris Kastanaras