Marabou Project

Marabou Project A book and a short film for a unique documentation for the inhabited islands of the Aegean Sea by Constantinos and Petros Sofikitis.

Kindly supported by
ΕΟΤ and Greece21

Στο Κάτω Κουφονήσι ο χρόνος δεν μετριέται με ρολόγια αλλά με περάσματα. Με τον βοριά που αλλάζει, με τα καΐκια που δένου...
27/02/2026

Στο Κάτω Κουφονήσι ο χρόνος δεν μετριέται με ρολόγια αλλά με περάσματα. Με τον βοριά που αλλάζει, με τα καΐκια που δένουν και ξαναφεύγουν, με τους ανθρώπους που εμφανίζονται για λίγο και ύστερα χάνονται μέσα στο καλοκαίρι.

Εκεί ο Γιάννης Βενετσάνος κράτησε το πατρικό του όρθιο, όχι σαν μνήμη, αλλά σαν τόπο.

Ψαράς πρώτα, πριν γίνει οτιδήποτε άλλο. Το ’87 άρχισε να μαζεύει φίλους, όργανα και φωνές. Τα ρεμπέτικα δεν είχαν πρόγραμμα, άναβαν όπως ανάβει μια λάμπα σε αυλή. Ξένοι και Έλληνες κάθονταν στο ίδιο τραπέζι χωρίς να γνωρίζονται, κι όμως έφευγαν γνωστοί. Το 1990 το είπε ταβέρνα, αλλά στην ουσία ήταν ένα στέκι που βρέθηκε μόνο του.

Τα γλέντια πλήθυναν, ύστερα βάρυναν. Κάποια βράδια τον έκαναν να καταλάβει πως η νύχτα θέλει μέτρο. Κράτησε το φαγητό και άφησε τη φασαρία. Από τότε το μέρος έμεινε ήσυχο, σχεδόν πεισματικά.

Ποτέ δεν θέλησε να γίνει εύκολο. Ήθελε όποιος έρθει να το ψάξει, να περπατήσει, να ιδρώσει λίγο, να το αξίζει.

Για χρόνια ο κόσμος κατέβαινε και έστηνε σκηνές στο χωράφι του. Άλλοι το έλεγαν πρόβλημα, εκείνος το έβλεπε σαν ζωή. Οι αντιδράσεις ήρθαν, οι περιορισμοί επίσης. Το νησί άλλαζε χωρίς να τον ρωτήσει. Κι οι αρχές συχνά μακριά, σαν να μην υπήρχε τόπος να φροντίσουν.

Τώρα μένει σχεδόν μόνος. Καλλιεργεί, περιποιείται, περιμένει. Περνούν καμιά φορά βοσκοί, δυο κουβέντες, ύστερα πάλι σιωπή. Στα καφενεία της χώρας λένε ιστορίες που επαναλαμβάνονται, εδώ η μέρα έχει δουλειά και ο αέρας δεν κουράζει.

Δεν είναι άνθρωπος που διαφημίστηκε. Είναι από εκείνους που απλώς έμειναν.

Κι έτσι, χωρίς να το πει ποτέ, έδωσε στο Κάτω Κουφονήσι κάτι πιο σπάνιο από ένα μαγαζί:

έναν λόγο να φτάνεις μέχρι το τέλος του χάρτη και να βρίσκεις ακόμη άνθρωπο.

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Στο Κουφονήσι ο επισκέπτης δεν μετριόταν, τον γνώριζαν. Πριν τον «τουρισμό» υπήρχε η φιλοξενία. Σε έπαιρναν στο ψάρεμα, ...
18/02/2026

Στο Κουφονήσι ο επισκέπτης δεν μετριόταν, τον γνώριζαν. Πριν τον «τουρισμό» υπήρχε η φιλοξενία. Σε έπαιρναν στο ψάρεμα, σε έβαζαν στο τραπέζι, σου έστρωναν κρεβάτι. Όχι από υποχρέωση, αλλά γιατί έτσι γινόταν πάντα. Όπως λέει ο Ηλίας Σκοπελίτης, στην Αθήνα οι άνθρωποι είχαν δουλειές, εδώ έβρισκαν χρόνο να είναι άνθρωποι.

Όταν χτίστηκαν τα πρώτα δωμάτια και η φιλοξενία απέκτησε τιμή, κάποιοι δεν ξαναγύρισαν. Δεν άντεξαν τη μετάβαση από τη φιλία στην ανταλλαγή.

Τη δεκαετία του ’70 το χωριό άκουγε μαζί ραδιόφωνο. Ένα τηλεφωνείο με μανιβέλα μετέφερε χαρές και λύπες από σπίτι σε σπίτι. Μετά ήρθε ο θάλαμος και η φωνή κλείστηκε σε τέσσερις τοίχους. Η πρόοδος φέρνει καμιά φορά σιωπή.

Ρεύμα δεν υπήρχε. Η πρώτη τηλεόραση φορτιζόταν με μπαταρία καϊκιού και γινόταν γιορτή για όλους. Τη νύχτα του Πολυτεχνείου κοιτούσαν μαζί, μιλούσες και κινδύνευες, δεν μιλούσες πάλι κινδύνευες. Εκεί γεννήθηκε η ανάγκη για δικαιοσύνη. «Είχα κάτι αναρχικό μέσα μου», λέει, όχι ιδεολογία, αλλά ανάγκη να σταθούν οι άνθρωποι ίσια.

Όταν πέθανε ο Ξυλούρης, ξεκίνησαν για την κηδεία τραγουδώντας «Πότε θα κάνει ξαστεριά». Τους κατέβασαν πριν φτάσουν, μα είχαν προλάβει την ελευθερία της στιγμής.

Το νησί ζούσε από τη θάλασσα και τις ελιές από τη Νάξο. Οι άνθρωποι έμεναν δεμένοι όχι από συμφέρον, αλλά από ανάγκη.

Σήμερα η προβλήτα φέρνει πλοία χωρίς να φέρνει απαραίτητα γνωριμία. Ένα νησί δεν αλλάζει με το ρεύμα ή τον δρόμο, αλλάζει όταν ο ξένος παύει να είναι φίλος και γίνεται πελάτης.

Κάποτε τα νησιά δεν ήταν προορισμοί. Ήταν συγγένειες. Και όσοι τα έζησαν έτσι, τα κουβαλούν μέσα τους σαν πατρίδα που δεν μικραίνει ποτέ.

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Ο Κώστας ο Πράσινος γεννήθηκε στο Κουφονήσι το ’41 και λέει πως εκεί θα τελειώσει. Όχι σαν υπόσχεση, σαν φυσική συνέχεια...
16/02/2026

Ο Κώστας ο Πράσινος γεννήθηκε στο Κουφονήσι το ’41 και λέει πως εκεί θα τελειώσει. Όχι σαν υπόσχεση, σαν φυσική συνέχεια. Όπως δένει το καΐκι στο λιμάνι κάθε απόγευμα.

Στα 26 του, με την κυρά Σοφία, τη μάνα του, έκανε ό,τι χρειαζόταν: ταχυδρόμος, μεταφορέας, τρόφιμα , ασθενοφόρο. Δεν υπήρχαν ρόλοι, μόνο ανάγκες. Και θάλασσα. Το καΐκι που σήμερα κουβαλά τουρίστες, το έχει πενήντα χρόνια. Το αγόρασε όταν γεννήθηκε ο γιος του. «Σαν κουμπαράς είναι», λέει. «Δραχμή δραχμή». Δεν μέτρησε ποτέ τα μποφόρ. Μετέφερε τα πάντα στις Μικρές Κυκλάδες: γιατρούς, φάρμακα, ζώα, ανθρώπους.

Θυμάται μια νύχτα πριν τριάντα και κάτι χρόνια. Επτά, οχτώ μποφόρ. Ένα φάρμακο έπρεπε να φτάσει στην Αμοργό, σε μια έγκυο γυναίκα. Κανείς δεν μπορούσε να πάει. Πήγε εκείνος. Δεν το λέει σαν κατόρθωμα, το λέει σαν δουλειά. Χρόνια μετά, στην κηδεία του Σκοπελίτη, την είδε. Τριάντα δύο χρονών. Το παιδί που γεννήθηκε γιατί το καΐκι έσκισε τη θάλασσα εκείνη τη νύχτα. Τον αγκάλιασε σαν να τον ήξερε από πάντα. Ίσως και να τον ήξερε.

Από τα 25 του είναι στο νησί και δεν έφυγε ποτέ. Από το 1965 ενώνει τις Μικρές Κυκλάδες. Η ζωή του είναι αυτή. Δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι άλλο. Ακόμα και τώρα, συνταξιούχος, δεν το αφήνει. Το καΐκι, οι μεταφορές, ό,τι προκύψει. Εκεί είναι η χαρά του. Αν του πουν να κατέβει, λέει πως θα πεθάνει από τη στεναχώρια.

Ίσως γιατί κάποιοι άνθρωποι διασχίζουν το αιγαίο για να κρατούν τους άλλους στη ζωή. Και μένουν εκεί, αθόρυβα, σαν πέρασμα.

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Ο Πολύδωρος έφυγε νέος από το νησί, όχι από φιλοδοξία αλλά από βάρος.Η θάλασσα τον είχε σημαδέψει νωρίς, το ’56, με τον ...
15/02/2026

Ο Πολύδωρος έφυγε νέος από το νησί, όχι από φιλοδοξία αλλά από βάρος.

Η θάλασσα τον είχε σημαδέψει νωρίς, το ’56, με τον δυναμίτη που δεν ήταν ατύχημα, με τον αδερφό που άνοιξε τη μηχανή στη θέση του, δυναμίτης έσκασε πάνω του και χάθηκε. Από τότε, κάποια πράγματα μένουν μέσα σου και σε σπρώχνουν μακριά.

Στην Αμερική έζησε είκοσι οκτώ χρόνια. Έφτιαξε δουλειά, έφτιαξε ζωή. Ένα μεγάλο μπογιατζίδικο, τίμιο και πετυχημένο. Μα ό,τι κι αν έχτισε, κάτι τον τραβούσε πίσω. «Αρρώστια με τον τόπο», λέει. Έτσι γύρισε. Όχι για να ξεχάσει, αλλά για να σταθεί.

Στο Κουφονήσι δούλεψε με το καΐκι, ταχυδρομείο και άνθρωποι μαζί. Δεκατέσσερα φυλλάδια, διαδρομές, ευθύνες. Ήξερε τη θάλασσα όπως ξέρεις ένα πρόσωπο αγαπημένο, με τις σιωπές και τα σημάδια του. Θυμάται την Κέρο απέναντι, τους βοσκούς και τις φωτιές: άλλη φλόγα για ανάγκη μεγάλη, άλλη για το συνηθισμένο. Τα τηλέφωνα της εποχής. Ένας κόσμος που συνεννοούνταν χωρίς λόγια.

Ήταν έντεκα αδέρφια. Έμειναν τρεις. Θυμάται τη μάνα να μαγειρεύει για όλους, τον πατέρα να δίνει φαγητό στο καφενείο σε όσους δούλευαν. Μνήμη καθημερινή, χωρίς μεγάλες λέξεις. Και τη γυναίκα του διαμάντι. Μαζί τους η σιωπή των αποβολών, η ζωή που δεν ήρθε, και έμεινε σαν λεπτή γραμμή στο βλέμμα.

Κουβαλάει πίκρα. Για ανθρώπους που βοήθησε, τάισε, φιλοξένησε, και τώρα δεν του μιλούν. Δεν το λέει με θυμό. Το λέει όπως λέγονται τα πράγματα που πονάνε και δεν διορθώνονται.

Ο Πολύδωρος είναι από εκείνους που δεν θορυβούν. Τίμιος. Σταθερός. Ένας άνθρωπος που έζησε μακριά, γύρισε κοντά, και κράτησε τον τόπο μέσα του όπως κρατάς ένα τραύμα που έμαθε να αναπνέει.

Στο Αιγαίο, τέτοιες ζωές δεν ζητούν δικαίωση. Μόνο να καταγραφούν, για να μη χαθούν.

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Γεννημένος το ’37, ο Ζαχαρίας μεγάλωσε με έναν ουρανό που δεν ήταν πάντα γαλάζιος. Θυμάται το ’44, εφτά χρονών παιδί, ότ...
13/02/2026

Γεννημένος το ’37, ο Ζαχαρίας μεγάλωσε με έναν ουρανό που δεν ήταν πάντα γαλάζιος. Θυμάται το ’44, εφτά χρονών παιδί, όταν ο αέρας βάρυνε από βουητό και φωτιά. Τα γερμανικά αεροπλάνα περνούσαν από πάνω, κι ύστερα ο βομβαρδισμός, ένας κρότος τόσο κοντά, που η γη έμοιαζε να ανασαίνει απότομα. Ένα αεροπλάνο χτυπήθηκε και έπεσε κοντά στο σπίτι. Από το μικρό παραθυράκι έβλεπε βάρκες να βυθίζονται, τον ουρανό να γεμίζει κόκκινα βλήματα, και κάθε έκρηξη να περνά από το σώμα σαν σεισμός.

Θυμάται να κρύβονται σε σπηλιές, να τους κουβαλά ο πατέρας στους ώμους. Τη σιωπή μετά τον θόρυβο. Και μια ιστορία που έμεινε μυστήριο: ένα βαλιτσάκι που γύρεψαν οι Εγγλέζοι από ένα κορίτσι, σαν να ’ταν η μνήμη η ίδια, κάτι πολύτιμο που κανείς δεν ήξερε πού ακριβώς ανήκει.

Στα χρόνια της χούντας έφυγε μακριά, ταξίδεψε στον Περσικό. Γύρισε όταν τελείωσε η δικτατορία, σαν να επέστρεφε από μακρύ πέταγμα. Ο ίδιος λέει πως ταυτίζεται με τον Ίκαρο, όχι για την πτώση, αλλά για την τόλμη. Για εκείνη την κίνηση προς το φως, ακόμη κι όταν ξέρεις πόσο καίει.

Η Κίμωλος έμεινε μέσα του ως ήχος και ανάσα. Κι ο Ζαχαρίας κουβαλάει τον πόλεμο χωρίς να τον φωνάζει, σαν μια παλιά πληγή που έγινε γνώση. Έμαθε πως η μνήμη δεν ζητά εκδίκηση, ζητά μόνο να ειπωθεί ήσυχα, για να μείνει ο ουρανός, επιτέλους, καθαρός.

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Γεννημένος το 1951 στην κάτω μεριά της Κέας, ο Αντώνης έμαθε τη ζωή από νωρίς, χωρίς πολλά λόγια. Έφυγε από το νησί μόνο...
08/02/2026

Γεννημένος το 1951 στην κάτω μεριά της Κέας, ο Αντώνης έμαθε τη ζωή από νωρίς, χωρίς πολλά λόγια. Έφυγε από το νησί μόνο για τη θητεία, ύστερα γύρισε εκεί όπου ο χρόνος μετριέται με δουλειά και καιρό. Στα ζώα και στη γη στάθηκε μια ολόκληρη ζωή. Σήμερα λέει πως δεν έχει τίποτα κι όμως κουβαλάει μνήμη.

Ο πατέρας του, μεταφορέας στους φάρους, έπαιρνε γράμματα, τρόφιμα, νερό, πετρέλαιο, κι ο μικρός Αντώνης, έξι χρονών τότε, φόρτωνε και ξεφόρτωνε το μουλάρι. Έτσι έμαθε τι σημαίνει βάρος και ευθύνη. Με τη μητέρα του επίσης δούλεψε κι εκείνος από νωρίς, όπως δούλευαν τότε: σιωπηλά, καθημερινά. Αργότερα, για ένα διάστημα, βρέθηκε και σε μπακάλικο στη Χώρα, για να είναι ανάμεσα σε ανθρώπους.

Δεν ήθελε να γίνει φαροφύλακας. Η μοναξιά τού φαινόταν βαριά. Προτιμούσε την παρέα, την κουβέντα, το κοινό τραπέζι. Κι όμως, χρόνια μετά, πέρασε ξανά από τον φάρο όπου πήγαινε με τον πατέρα του και τον βρήκε σπασμένο, παρατημένο. Στενοχωρήθηκε. Όχι μόνο για το κτίσμα, αλλά για όσα χάνονται όταν δεν τα προσέχει κανείς.

Το ρεύμα ήρθε στην Κέα το 1981 και μαζί του άλλαξαν πολλά. Σταμάτησαν και οι φαροφύλακες. Ο Αντώνης, όταν βρίσκει χρόνο, ανοίγει βιβλία ιστορίας, να θυμηθεί, να καταλάβει, να κρατήσει κάτι όρθιο μέσα του.

Η ευχή του είναι απλή: οι άνθρωποι να είναι καλοί και να δουλεύουν. Σαν μια παλιά λάμπα που, ακόμα κι αν δεν φαίνεται από μακριά, συνεχίζει να φωτίζει όσο αντέχει.

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Ο Γεώργιος Μαγουλάς, γεννημένος το 1941 στη Σέριφο, κουβαλά μέσα του τη μνήμη του νησιού σαν πέτρα βαριά και ζεστή. Από ...
07/02/2026

Ο Γεώργιος Μαγουλάς, γεννημένος το 1941 στη Σέριφο, κουβαλά μέσα του τη μνήμη του νησιού σαν πέτρα βαριά και ζεστή. Από παιδί, στα χρόνια 1953–1963, κατέβηκε στα μεταλλεία, εκεί όπου η γη άνοιγε τα σπλάχνα της και ζητούσε ανθρώπους να σταθούν όρθιοι μέσα στο σκοτάδι. Είδε και έζησε τρομερά πράγματα: αδικία που δεν μιλούσε, μόχθο που δεν τελείωνε, περηφάνια που δεν λύγιζε, και εκμετάλλευση που μάθαινες να την αναγνωρίζεις από τη σιωπή.

Από αυτή τη σιωπή γεννήθηκε η ανάγκη του λόγου. Έγραψε «Τα σπλάχνα της Σερίφου» όχι για να υψώσει φωνή, αλλά για να αφήσει ίχνος. Για να γραφτεί και να μαθευτεί η αλήθεια όπως την έζησαν οι άνθρωποι του νησιού: με ιδρώτα, με φόβο, με αξιοπρέπεια. Το βιβλίο του είναι μια καταγραφή χωρίς ωραιοποιήσεις, μια πράξη ευθύνης απέναντι σε όσους δούλεψαν κάτω από τη γη και σε όσους έμειναν να θυμούνται.

Και η μνήμη δεν σταματά εκεί. Ο Γεώργιος ετοιμάζεται να γράψει και για την τρομερή εποχή του 1916, τότε που η Σέριφος σηκώθηκε όρθια και η εξέγερση των μεταλλωρύχων χάραξε τον δρόμο του οκταώρου, ένα κύμα που έφτασε μακριά, μέχρι το Σικάγο. Θα γράψει όσα του περιέγραψε ο πατέρας του, δεκαέξι χρονών παιδί τότε, παρών σε μια στιγμή που άλλαξε την ιστορία. Όχι σαν θρύλο, αλλά σαν ανθρώπινη μαρτυρία.

Στα 85 του σήμερα, ο Γεώργιος Μαγουλάς παραμένει περήφανος για το νησί του και βαθιά πικραμένος για τις αδικίες που δεν διορθώθηκαν ποτέ. Κι όμως, συνεχίζει. Παλεύει με τις λέξεις, όχι από πείσμα, αλλά από τρυφερή επιμονή. Γιατί πιστεύει πως όσο γράφεται η αλήθεια, οι άνθρωποι δεν χάνονται. Και όσο θυμόμαστε, η Σέριφος ανασαίνει.

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Γεννημένος το ’42 ο κύριος Γιώργος Πασαλής, μεγάλωσε σε έναν τόπο όπου η γη δεν χαριζόταν. Ο πατέρας του όργωνε με βόδια...
05/02/2026

Γεννημένος το ’42 ο κύριος Γιώργος Πασαλής, μεγάλωσε σε έναν τόπο όπου η γη δεν χαριζόταν. Ο πατέρας του όργωνε με βόδια, κι αυτό το βήμα, το αργό, και το σταθερό του έμαθε από νωρίς τον ρυθμό της ζωής. Στα δεκατρία του, για το μεροκάματο, μπήκε στην οικοδομή. Εκεί έμεινε πενήντα πέντε χρόνια. Πέτρα, σκεπές, καλούπια, ξύλα. Δούλευε με τα χέρια και με το σώμα, μέχρι τα εξήντα οκτώ του, σαν να ’ταν φυσικό να συνεχίζεις όσο αντέχεις.

Θυμάται μια Ελλάδα που κουραζόταν λιγότερο να σηκώσει βάρος και περισσότερο να σταθεί όρθια. «Τώρα οι άνθρωποι γίνονται πιο εύκολα τεμπέληδες», λέει, όχι με κακία, αλλά με απορία. Υπηρέτησε στην επιστράτευση για μήνες. Κι ύστερα γύριζε στο σπίτι, δούλευε μέχρι το μεσημέρι στην οικοδομή και το απόγευμα στα περιβόλια. Νοικοκύρης. Δεν του έλειψε τίποτα, γιατί δεν περίμενε τίποτα παραπάνω.

Σήμερα, η ηλικία βαραίνει αλλιώς. Η πίκρα δεν είναι για τον κόπο, αλλά για την αξιοπρέπεια. Οι συντάξεις κόπηκαν, η γυναίκα του έμεινε ανασφάλιστη επειδή δεν μπόρεσαν να πληρώσουν και τα χρόνια που έδωσε μοιάζουν να μην μετρήθηκαν. Όταν πέρασε υπουργός από το νησί, του είπε απλά: «πεινάμε». Κανείς δεν απάντησε. Κι όμως, συνεχίζει. Βοηθά στο παγκάρι της εκκλησίας. Οι γιατροί του είπαν να σταματήσει αλλά εκείνος λέει πως αν σταματήσεις, χάνεσαι.

Ο προπάππος του ήρθε στην Κέα το 1872, από την Κωνσταντινούπολη, κουβαλώντας μια αρχή. Από τότε, η οικογένεια έμαθε να ριζώνει χωρίς θόρυβο. Ο Γιώργος Πασαλής είναι από αυτούς που δεν έγραψαν ιστορία με λόγια. Την έχτισαν, λιθάρι-λιθάρι. Και ακόμα στέκει μαζί με την γυναίκα του.

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Από παιδί στη θάλασσα. Όχι σαν όνειρο, αλλά σαν ανάγκη. Στα έξι του πάνω στο καΐκι, στα δέκα μόνος του στο τιμόνι, με τη...
02/02/2026

Από παιδί στη θάλασσα. Όχι σαν όνειρο, αλλά σαν ανάγκη. Στα έξι του πάνω στο καΐκι, στα δέκα μόνος του στο τιμόνι, με τη Μαργαρώ να τον μαθαίνει τι θα πει βάρος, σιωπή και ευθύνη. Πριν μάθει καλά καλά να διαβάζει, ήξερε ήδη τους καιρούς, τα ρεύματα, τις αποστάσεις. Κι όταν ο κόσμος έψαχνε τον καπετάν Κρητικάκη, έβρισκε ένα παιδί, κι όμως εμπιστευόταν
εκείνα τα μικρά χέρια.

Η θάλασσα δεν του χαρίστηκε ποτέ, τον δοκίμασε. Στην Κατοχή, νύχτες χωρίς φώτα, διαδρομές που δεν έπρεπε να φανούν, Αργότερα, καιροί χωρίς απαγορευτικά, φορτία με κατσίκια, σκόρδα, κουκιά, τούβλα, ανθρώπους. Να φτάνουν όλα στην ώρα τους. Να μη χαθεί ούτε ένα δρομολόγιο. Να μπαίνει όπου άλλοι δεν τολμούσαν. Όχι από ηρωισμό αλλά από καθήκον.

Έβλεπε πάντα λίγο πιο μπροστά. Ό,τι έλειπε από το νησί, ήθελε να το φέρει. Έτσι γεννήθηκαν οι εκδρομές, τα πρώτα τουριστικά γραφεία, το πρώτο πούλμαν, τα ξενοδοχεία. Όχι για τη λάμψη. Για να λειτουργεί ο τόπος. Η νύχτα δεν τον ενδιέφερε.

Οταν όλα αυτά τα πούλησε, δεν κράτησε τίποτα για να αποδείξει κάτι. Κράτησε μόνο τη μνήμη της διαδρομής.

Σήμερα χαίρεται το περιβόλι του περισσότερο απ’ όλα. Φρούτα, αμπέλια, χώμα στα χέρια. Η θάλασσα ήταν η ζωή του, τα άλλα ήταν επενδύσεις που πέρασαν. Πονά που δεν έχει πια βάρκα. Πρώτη φορά μετά από ογδόντα χρόνια. Κι όμως, πρόσφατα ξαναγύρισε τα νησιά, όχι για να τα ενώσει όπως έκανε κάποτε, αλλά για να τα περπατήσει. Να δει τις χώρες που κάποτε προσπερνούσε. Χαίρεται που η Ίος μεγάλωσε. Τον ξενίζει που απέκτησε φτηνή αισθητική σε κάποια μέρη. Ίσως γιατί εκείνος έμαθε αλλιώς: με λιτότητα, με πράξη, με μια ήσυχη πίστη ότι η θάλασσα δεν ανήκει σε κανέναν, απλώς σε κρατά, όσο μπορείς να την αντέξεις.

Κι έτσι, σχεδόν αθόρυβα, άφησε το στίγμα του σ’ ένα νησί που έμαθε αργότερα να γίνεται κοσμικό. Όχι με φωνές, ούτε με επιδείξεις, αλλά με δουλειά καθημερινή και βλέμμα χαμηλωμένο. Έχτισε χωρίς να αλλοιώσει, πρόσθεσε χωρίς να αφαιρέσει, προχώρησε με σεβασμό στον τόπο και στους ανθρώπους του. Σε μια Ίο που άλλαζε, εκείνος έμεινε σταθερός σαν παλιό καΐκι δεμένο σωστά στο μόλο, που δεν ξεχωρίζει με την πρώτη ματιά, αλλά αν το λύσεις, καταλαβαίνεις πόσα έχει αντέξει.

🖊️:

Γεννημένος το ’53, ο Βαγγέλης Γαβαλάς μεγάλωσε σε μια Ηρακλειά λιτή, σιωπηλή, γεμάτη δρόμους που δεν υπήρχαν ακόμη.Το σχ...
19/01/2026

Γεννημένος το ’53, ο Βαγγέλης Γαβαλάς μεγάλωσε σε μια Ηρακλειά λιτή, σιωπηλή, γεμάτη δρόμους που δεν υπήρχαν ακόμη.

Το σχολείο πότε στο πάνω, πότε στο κάτω χωριό, για να μη βαραίνουν τα πόδια των παιδιών κάθε μέρα. Κι όταν έπιανε βροχή, ένας στάβλος γινόταν καταφύγιο. Εκεί, μέσα στη μυρωδιά του χώματος, έμαθαν να περιμένουν.

Από επτά–οκτώ χρονών στα χωράφια, δίπλα στον πατέρα του. Μετά, κομπρεσέρ, πέτρα, κουβάλημα. Στα δώδεκα, τα άλλα παιδιά έφυγαν για τη Νάξο, για γυμνάσιο. Εκείνος έμεινε. Μόνος στην ηλικία του. Το βάρος μεγάλο, μα όπως λέει, του βγήκε σε καλό. Έφτιαξε ζωή, έκανε δύο γιους.

Διάβαζαν με λάμπες πετρελαίου. Το ρεύμα ήρθε το ’83. Τότε πήρε και το πρώτο του τρακτέρ, ένα από τα δύο σε όλο το νησί. Το έχει ακόμα. Το δουλεύει ακόμα.

Μετά τον στρατό, οικοδομή και ψάρεμα για μεροκάματο. Γαϊδουράκια, τσουβάλια, χαλίκι από τις παραλίες, από τη Σχοινούσα με καΐκια. Το ’86, όταν ήρθε το πρώτο μηχάνημα, ένιωσε λέει σαν να μπήκε στον παράδεισο.

Σχεδόν όλο το νησί το έχει χτίσει με τα χέρια του. Την ύδρευση της Ηρακλειάς, της Σχοινούσας. Με φτυάρι. Χωρίς μηχανήματα. Το πρώτο σπίτι που έχτισε ήταν από πέτρα, στα 23 του.

Η θάλασσα και η μουσική τον κρατάνε ήσυχο. Αν δεν τη βλέπει και αν δεν ακούει μουσική δεν είναι καλά. Τη θάλασσα την χαίρεται ακόμα και με μποφόρ, ακόμα και στη φουρτούνα.

Στα γλέντια και στους γάμους τραγουδά μαντινάδες της στιγμής, γιατί έτσι βγαίνουν αληθινές.

Τα τελευταία είκοσι χρόνια κάνει και τον νεκροθάφτη, από ανάγκη αφού δεν υπάρχει άλλος. Φτιάχνει φέρετρα, σκάβει, θάβει. Χωρίς αμοιβή. Για τον τόπο και για όσους μένουν πίσω.

Έχει τακτοποιήσει ανθρώπους δικούς του. Τον πατέρα του. Τη μάνα του. Αυτό τον λύγισε, αλλά του έδωσε και δύναμη. «Τη μια στιγμή ζεις και σε αγγίζουν. Την άλλη πεθαίνεις. Δεν φοβάται. Πιστεύει στην ψυχή.

Στην Ηρακλειά, ο Βαγγέλης έχει φτιάξει σπίτια, υδραυλικά, δρόμους. Έχει θάψει και ξεθάψει ανθρώπους. Έχει τραγουδήσει χαρές και έχει κρατήσει σιωπές.

Είναι εβδομήντα τριών χρονών και δουλεύει ακόμα. Γιατί, όπως λέει απλά,

«ό,τι αγαπάς, δεν σε κουράζει ποτέ»

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Δούλεψε στο καρνάγιο που άνοιξε ο πατέρας του, τότε που η θάλασσα ήθελε χέρια και υπομονή. Ξεκίνησε από μια καλύβα, μέσα...
17/01/2026

Δούλεψε στο καρνάγιο που άνοιξε ο πατέρας του, τότε που η θάλασσα ήθελε χέρια και υπομονή. Ξεκίνησε από μια καλύβα, μέσα στον πόλεμο, και έγινε τόπος δουλειάς και ζωής. Έμαθε την τέχνη από τον πατέρα του, ο οποίος την είχε μάθει από τον αδερφό του, μια γνώση που περνούσε από άνθρωπο σε άνθρωπο, όχι από βιβλία.

Φτιάχνανε σφουγγαράδικα, τρεχαντήρια, ψαράδικα. Σκάφη που ήξεραν να αντέχουν. Από το 1978 ως το 1985 η δουλειά δεν σταματούσε. Μετά, από το 1995 και έπειτα, άρχισαν τα πλαστικά και το μεροκάματο έπαψε να βγαίνει. Η ναυπηγική έμεινε από μεράκι. Από ανάγκη ψυχής.

Ίσως από τους τελευταίους στο νησί. Ίσως και ο τελευταίος. Δεν έφυγε ποτέ. Μόνο ο αδερφός του είχε φύγει μακριά, στο Ζαΐρ. Τον γνώρισε στα δώδεκα.

Έχασε τους γονείς του μέσα σε έξι μήνες. Συνέχισε.

Η καλύτερη στιγμή είναι πάντα η ίδια. Όταν το σκάφος ακουμπά το νερό και επιπλέει.

Ένας ταπεινός, εργατικός άνθρωπος. Αφοσιωμένος στον τόπο του και στην τέχνη του. Από εκείνους που δεν φωνάζουν. Που μένουν. Και κρατούν όρθια πράγματα που αλλιώς θα χάνονταν.

Κείμενο: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Ο Γιώργος Γουλιέλμος πήρε το όνομά του από τον πάππο των παππούδων του, ένα βενετσιάνικο όνομα εξορίας και μνήμης. Παιδί...
16/01/2026

Ο Γιώργος Γουλιέλμος πήρε το όνομά του από τον πάππο των παππούδων του, ένα βενετσιάνικο όνομα εξορίας και μνήμης. Παιδί ακόμη στην Κατοχή, θυμάται το πολεμικό αεροπλάνο να περνά ξυστά μπροστά από τα μάτια του. Το σχολείο δεν το τελείωσε ποτέ. Διάλεξε τα αιγοπρόβατα, τη θάλασσα και τα καΐκια. Για έναν χρόνο ταξίδευε, ώσπου είδε ανθρώπους να φιλούν το χώμα γονατιστοί, ευχαριστώντας που σώθηκαν από την τρικυμία. Τότε γύρισε στο νησί.

Στα είκοσι έξι του παντρεύτηκε και ρίζωσε ξανά στη γη. Στο Λιβάδι, πριν τον τουρισμό, έχτισε δυο δωμάτια για τον ξένο και το 1972 άνοιξε την ταβέρνα του, που έμεινε ζωντανή με γλέντια, χορούς και βιολί. Αργότερα, με τα ζώα πίσω του, έπλεκε καλάθια, όπως έμαθε παιδί. Δεν έμαθε γράμματα, έμαθε ζωή.

Κι αν σήμερα δεν κάθεται πια στο κατώφλι, δεν έχει τόση σημασία. Γιατί οι άνθρωποι σαν κι αυτόν δεν φεύγουν. Μένουν στον τόπο, στις αυλές, στο χώμα και στη μνήμη. Γίνονται ψίχουλο ζωής, μοιρασμένο δίκαια, για να θυμίζει πως κάποτε οι άνθρωποι ήταν άνθρωποι. Και αυτό ήταν αρκετό.

Αφήγηση: Στεφανία Καλομοίρη
Κείμενο: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Address

Káto Koufonísion

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when Marabou Project posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Contact The Business

Send a message to Marabou Project:

Share