Marabou Project

Marabou Project A book and a short film for a unique documentation for the inhabited islands of the Aegean Sea by Constantinos and Petros Sofikitis.

Kindly supported by
ΕΟΤ and Greece21

Ο Γιάννης Πειρασμός κουβαλά εκείνη τη σπάνια αίσθηση ανθρώπων που έχουν ζήσει πολλές διαφορετικές ζωές μέσα σε μία.Γεννη...
02/09/2026

Ο Γιάννης Πειρασμός κουβαλά εκείνη τη σπάνια αίσθηση ανθρώπων που έχουν ζήσει πολλές διαφορετικές ζωές μέσα σε μία.

Γεννημένος το 1945 στη Λέσβο, έφυγε μικρός για την Αθήνα, θέλοντας να μάθει μια τέχνη, να ανοίξει τους ορίζοντές του και να ταξιδέψει. Η εποχή όμως είχε σκληρές γραμμές. Οι αριστερές πεποιθήσεις της οικογένειάς του τον έφεραν αντιμέτωπο με το κράτος και τον κράτησαν για σαράντα ημέρες στην Ασφάλεια, σε μια ηλικία που ακόμη προσπαθείς να καταλάβεις ποιος γίνεσαι.

Στα είκοσι πέντε του, πάνω σε μια οικοδομή, ένα χτύπημα ρεύματος παραλίγο να σταματήσει τη ζωή του. Θυμάται μια αίσθηση πως απομακρυνόταν από το σώμα του, μια ανεξήγητη γαλήνη, μια γλύκα που δεν έμοιαζε με φόβο. Από τότε ρίζωσε μέσα του η σκέψη πως ίσως η ζωή να μην τελειώνει εκεί που νομίζουμε.

Δεν έμεινε ποτέ ακίνητος. Έκανε και έμαθε πολλά, δημιουργώντας με τα χέρια του. Εδώ και είκοσι χρόνια φροντίζει τις μέλισσές του με τον σεβασμό ανθρώπου που ακολουθεί τον ρυθμό της φύσης. Έφτιαξε ξύλινα καραβάκια, κουτάλες και μικρές χειροποίητες κατασκευές που κάποτε ταξίδευαν μέχρι τη Μύκονο για να βρουν τους ανθρώπους τους.

Του αρκεί ένα καφεδάκι στο λιμανάκι, η θάλασσα μπροστά του και λίγος χρόνος για να σκεφτεί το επόμενο πράγμα που θέλει να φτιάξει.

Η ζωή είχε και δύσκολες στροφές: σχέσεις, λάθη, συγκρούσεις, ακόμη και δικαστικές περιπέτειες που τον δοκίμασαν βαθιά. Όμως δεν ήταν μόνος. Η γυναίκα του στάθηκε δίπλα του με δύναμη που θυμάται με συγκίνηση.

Η πίστη του είναι βαθιά προσωπική. Λέει πως έχει δει και έχει μιλήσει με την Παναγία δύο φορές, στο μικρό εκκλησάκι που φροντίζει με αγάπη. Δεν το λέει για να εντυπωσιάσει. Για εκείνον ανήκει στον ίδιο κόσμο με τις υπόλοιπες μνήμες του.

Ίσως γιατί όταν κάποτε ένιωσε τη ζωή να του γλιστρά από τα χέρια, έπαψε να τη θεωρεί δεδομένη.

Σήμερα παραμένει ένας άνθρωπος με καθαρό βλέμμα και ανήσυχα χέρια. Ρομαντικός με τον δικό του ήσυχο τρόπο. Από εκείνους που δεν ζητούν πολλά. Μονάχα λίγο φως, λίγη θάλασσα και έναν ακόμη λόγο να ξυπνήσουν το επόμενο πρωί.

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Ορισμένοι άνθρωποι δεν μαθαίνουν μια τέχνη. Μεγαλώνουν μέσα της, πριν ακόμη αποκτήσουν λέξεις για να την περιγράψουν.Ο Η...
27/08/2026

Ορισμένοι άνθρωποι δεν μαθαίνουν μια τέχνη. Μεγαλώνουν μέσα της, πριν ακόμη αποκτήσουν λέξεις για να την περιγράψουν.

Ο Ηλίας Κουρτζής γνώρισε τον πηλό από τους πρώτους μήνες της ζωής του. Η μητέρα του τον έπαιρνε μαζί της στο εργαστήριο του πατέρα του κι εκεί, ανάμεσα σε χέρια που έπλαθαν και τροχούς που γύριζαν ασταμάτητα, άρχισε η πιο πρωτόγονη μορφή μνήμης του. Η αφή του πηλού ήρθε πριν από πολλές άλλες αναμνήσεις.

Κι όμως, η ζωή του δεν κύλησε ευθύγραμμα προς την κεραμική. Σπούδασε Χημεία στην Αθήνα, έφτασε μέχρι το Γενικό Χημείο του Κράτους στη Λάρισα και εργάστηκε εκεί, σαν να τον τραβούσε για λίγο μια διαφορετική εκδοχή της ίδιας ουσίας. Παράξενη σύμπτωση, ίσως και μικρό οικογενειακό αστείο της ζωής, πως ο παππούς του είχε το παρατσούκλι «χημικός», χωρίς ποτέ να έχει περάσει από πανεπιστήμιο.

Κάποια στιγμή του ζήτησαν να διδάξει κεραμική σε μικρά παιδιά. Δεν ήταν βέβαιος πως θα τα αγγίξει αυτή η αργή, απαιτητική τέχνη. Έκανε λάθος. Τα παιδιά παραδόθηκαν σε αυτή με ενθουσιασμό, με εκείνη την καθαρή αφοσίωση που έχουν μόνο όταν κάτι τα συνεπαίρνει αληθινά. Για τον ίδιο, αυτή υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες χαρές της ζωής του. Στο εργαστήριό του φυλά ακόμη έργα από πηλό φτιαγμένα από μικρά χέρια του δημοτικού, μικρές αποδείξεις πως η δημιουργία δεν γνωρίζει ηλικία.

Ο Ηλίας δεν είδε ποτέ την κεραμική σαν κλειστό κόσμο. Όταν ένας οίκος μόδας τού ζήτησε να δημιουργήσει χάντρες για σανδάλια, δεν το αντιμετώπισε σαν παραξενιά. Μαζί με την κόρη έφτιαξε χιλιάδες κομμάτια στο χέρι. Υπομονή, ακρίβεια, επιμονή. Κι έτσι ο πηλός βρήκε τον δρόμο του και σε ένα τελείως διαφορετικό πεδίο, χωρίς να χάσει τίποτα από την αξιοπρέπειά του.

Με τη γυναίκα του, που γνώρισε στη Αθήνα, αποκτήσανε τρια παιδια ,τον Νικόλα την Αφροδιτη και την μικροτερη ολων Ελπίδα. Η πέμπτη γενιά ακολούθησε τα ίχνη του πατέρα, του παππού, του προπάππου, ενώ η έκτη γενιά συνεχίζει σήμερα την ίδια διαδρομή. Με μια τελειομανία που, όπως λένε χαμογελώντας, μάλλον δεν είναι επίκτητη αλλά οικογενειακή κληρονομιά.

Υπάρχουν οικογένειες που μεταβιβάζουν σπίτια ή χωράφια. Κι υπάρχουν κι εκείνες που μεταβιβάζουν το βλέμμα. Το πώς κοιτάζεις ένα άμορφο κομμάτι γης και βλέπεις ήδη τι μπορεί να γίνει.

Ο Ασημάκης Πολυπαθένης μιλά για τον πόλεμο χωρίς θεατρικότητα. Με τη λιτότητα εκείνων που τον γνώρισαν από κοντά και δεν...
24/08/2026

Ο Ασημάκης Πολυπαθένης μιλά για τον πόλεμο χωρίς θεατρικότητα. Με τη λιτότητα εκείνων που τον γνώρισαν από κοντά και δεν χρειάζεται να τον μεγεθύνουν.

Θυμάται τη Λέρο κάτω από γερμανικό βομβαρδισμό, τη θάλασσα να γίνεται πεδίο μάχης, τον ήχο των αεροσκαφών να σχίζει τον ουρανό. Θυμάται το Αδρίας, εκείνο το πλοίο που, βαριά χτυπημένο, σχεδόν μισό, κατάφερε να φτάσει μέχρι το Πορτ Σάιντ. Για τη δική του γενιά, αυτά δεν ήταν ιστορικά κεφάλαια. Ήταν η πραγματικότητα.

Το 1942 εντάχθηκε στον Ιερό Λόχο και έμεινε εκεί μέχρι το 1945, συμμετέχοντας σε επιχειρήσεις σε μια από τις πιο ταραγμένες περιόδους του νεότερου ελληνισμού. Και όταν τελείωσε ο παγκόσμιος πόλεμος, η χώρα δεν βρήκε αμέσως γαλήνη.

Ο εμφύλιος ήρθε να διχάσει ακόμη βαθύτερα έναν τόπο ήδη πληγωμένο. Ο Ασημάκης βρέθηκε ξανά μέσα στη φωτιά. Είδε μάχες στα βουνά, στα περάσματα, στα λαγκάδια. Μας περιέγραψε έναν κόσμο όπου η φύση ήταν συγχρόνως καταφύγιο και δοκιμασία. Τα βουνά ήταν το μόνο σταθερό σημείο μέσα στο χάος.

Είδε τη Συμφωνία της Βάρκιζας να αλλάζει βίαια την πορεία σωμάτων όπως ο Ιερός Λόχος και η Ταξιαρχία Ρίμινι. Βρέθηκε αργότερα στον Γράμμο και στο Βίτσι ως διοικητής λόχου, κουβαλώντας την ευθύνη όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για άλλους άνδρες.

Δεν μιλά για ηρωισμό όπως τον φανταζόμαστε σήμερα. Μιλά για νοσοκομεία γεμάτα τραυματίες, για φίλους που πάλευαν να κρατηθούν στη ζωή, για φόβο, για καθήκον, για στιγμές που δεν σου επιτρέπουν να μείνεις αμέτοχος.

Και τώρα, σε μια ηλικία που θα περίμενε κανείς να υπάρχει μόνο απόσταση από όλα αυτά, παραμένει ανήσυχος. Τον βαραίνει η αίσθηση πως η Ελλάδα δεν πήρε όσα άξιζε μετά από τόσο αίμα. Και οι νέες εστίες πολέμου στον κόσμο δεν του προκαλούν πολιτικό ενδιαφέρον. Του ξυπνούν μνήμες.

Όταν έχεις δει τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος στον άνθρωπο, δεν κοιτάς ποτέ έναν νέο πόλεμο σαν απλή είδηση.

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Η Σκύρος μιλάει σιγανά, μέσα από το αλάτι στην πέτρα, τα πελεκητά ξύλα και τα χέρια που δουλεύουν αθόρυβα. Εκεί θυμάται ...
11/08/2026

Η Σκύρος μιλάει σιγανά, μέσα από το αλάτι στην πέτρα, τα πελεκητά ξύλα και τα χέρια που δουλεύουν αθόρυβα. Εκεί θυμάται κανείς τον Γιάννη Μπαμπούση, έναν από τους τελευταίους αληθινούς μάστορες. Έναν άνθρωπο που έμαθε να σκαλίζει πρώτα για να ζήσει και ύστερα για να μην ξεχαστεί.

Γεννήθηκε το 1934, στα χρόνια της Κατοχής, παιδί της φτώχειας και της Αντίστασης. Εγγονός Ανδριώτη που έδεσε τη βάρκα του στη Σκύρο στις αρχές του 1800 και γιος μαρμαρά, γεννήθηκε σε μοναστηριακό κτήμα του Αγίου Όρους, εκεί όπου το μυστήριο του υλικού περνά από γενιά σε γενιά.

Η ζωή δεν του χάρισε τίποτα, παρά μόνο το ξύλο και το πείσμα.

Στα 14 του ζήτησε μια τέχνη και πήρε μια ποινή: τρία χρόνια δίπλα σε αφέντες που δεν δίδασκαν, μόνο απαιτούσαν. Εκείνος όμως σκάλιζε, μέρα-νύχτα. Στα 17 του άνοιξε μόνος το πρώτο του μαγαζί. Έμαθε από το βλέμμα, όχι από τον δάσκαλο. Έγινε μάστορας επειδή αρνήθηκε να μείνει μαθητής της σιωπής.

Δούλευε από το χάραμα ως τα μεσάνυχτα και, όταν πια στάθηκε στα πόδια του, άνοιξε στους άλλους τα σχέδια και τα μυστικά της τέχνης του. Ήταν ο πρώτος που φωτογράφισε τα έργα του και έβγαλε τα σκυριανά σκαμνάκια από την ανάγκη και τα έβαλε στην ιστορία.

Ύστερα, με τον χαμό της γυναίκας του και τη σιωπή των ανθρώπων, γύρισε στη γη. Φύτεψε 200 δέντρα. Το νησί γέμισε γερμά και πορτοκάλι. Κι ας μην του έλεγαν ούτε καλημέρα, εκείνος τα χάριζε. Δεν ήθελε να πουλήσει ούτε το ξύλο ούτε τον καρπό.

Σήμερα, στα 92 του, δεν νοσταλγεί το παρελθόν. Μονάχα την κοινωνία των παλιών, εκείνων που έλεγαν «ευχαριστώ», κοιτούσαν στα μάτια και δούλευαν για κάτι μεγαλύτερο απ’ τον εαυτό τους.

Η τέχνη του ξύλου έφυγε σιγά σιγά από τα χέρια του, αλλά έμεινε στο νησί, σαν ρίζα. Κι εκείνος μαζεύει ακόμα μόνος 80 κιλά φρούτα. Όχι για να πουλήσει. Για να θυμίσει πως κάποτε το να δίνεις ήταν σπουδαιότερο απ’ το να έχεις.

Μέσα από τις σκυριανές καρέκλες, τους κόμπους του ξύλου, το άρωμα του γέρμα και το μαγαζί που γέρασε μαζί του, ο Γιάννης Μπαμπούσης μένει εκεί.

Σαν σκαλισμένη μνήμη στο σώμα του νησιού.
Σαν ύμνος στο χειροποίητο.
Στο τίμιο.
Στο ανθρώπινο.

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Στο εργαστήριο του Δημήτρη Κουβδή υπάρχει ακόμη σκόνη από χώμα πάνω στα εργαλεία, θερμότητα από τα καμίνια και μια επιμο...
08/08/2026

Στο εργαστήριο του Δημήτρη Κουβδή υπάρχει ακόμη σκόνη από χώμα πάνω στα εργαλεία, θερμότητα από τα καμίνια και μια επιμονή που δεν εξηγείται εύκολα. Γιατί για να συνεχίζεις μια τέχνη που ο κόσμος σταδιακά άφησε πίσω του, χρειάζεται κάτι περισσότερο από συνήθεια.

Αυτός είναι τέταρτη γενιά αγγειοπλάστης, σε μια οικογένεια που κρατά αυτή την παράδοση από το 1821. Από τους πρώτους που έστησαν εργαστήριο αγγειοπλαστικής στη Λέσβο και σήμερα από τους τελευταίους που επιμένουν να κρατούν ανοιχτό έναν τέτοιο χώρο.

Κάποτε τα αντικείμενα που έβγαιναν από τα χέρια του δεν ήταν διακοσμητικά. Ήταν απαραίτητα. Στάμνες και κουμαριά για το νερό, για να μεταφέρεται, να διατηρείται δροσερό, να υπηρετεί μια καθημερινότητα που στηριζόταν σε απλά αλλά ευφυή μέσα. Ύστερα ήρθαν τα πλαστικά, τα ψυγεία, οι νέες συνήθειες. Και μαζί τους, η αργή εξαφάνιση μιας ολόκληρης ανάγκης.

Ο Δημήτρης όμως δεν έμαθε να εγκαταλείπει εύκολα. Διάλεξε το σημείο του εργαστηρίου του με ακρίβεια, γνωρίζοντας πως το κίτρινο χώμα της περιοχής θα έδινε στον πηλό ξεχωριστή αντοχή και χαρακτήρα. Παραμένει από τους λίγους που δουλεύουν ακόμη με τον παραδοσιακό τροχό, με το σώμα να συμμετέχει σε κάθε κίνηση, όπως γινόταν για γενιές.

Μέσα στα καμίνια του, στους χίλιους βαθμούς του καλοκαιριού, ο πηλός σκληραίνει και παίρνει την τελική του υπόσταση. Κάπως έτσι μοιάζει και η ίδια του η διαδρομή.

Είχε ονειρευτεί να δημιουργήσει μια σχολή αγγειοπλαστικής, να μη χαθεί αυτή η γνώση μαζί με τους ανθρώπους που τη φέρουν. Δεν βρήκε ποτέ την υποστήριξη που χρειαζόταν. Το λέει με απογοήτευση, κυρίως γιατί βλέπει πως σήμερα ένας νέος δύσκολα θα βρει λόγο να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο.

Κι όμως, εκείνος συνεχίζει.

Δίπλα του, σαράντα τρία χρόνια τώρα, η Παρασκευή. Μαζί στη ζωή, στη γη, στη δουλειά, στις ήσυχες αντοχές που δεν φαίνονται εύκολα.

Και αν κάτι του δίνει ακόμη κουράγιο, είναι οι άνθρωποι που περνούν την πόρτα του εργαστηρίου του και στέκονται με αληθινό ενδιαφέρον απέναντι σε αυτό που φτιάχνει. Γιατί όσο υπάρχει αυτό το βλέμμα, τίποτα δεν έχει χαθεί οριστικά.

🖊️ Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Η Καίτη Φράγκου δεν μιλά για τη ζωή της σαν να ζητά δικαίωση. Τη θυμάται ήρεμα, σχεδόν φωτεινά, σαν άνθρωπος που πέρασε ...
07/08/2026

Η Καίτη Φράγκου δεν μιλά για τη ζωή της σαν να ζητά δικαίωση. Τη θυμάται ήρεμα, σχεδόν φωτεινά, σαν άνθρωπος που πέρασε μέσα από σκοτάδια και δεν τους επέτρεψε να της πάρουν την ψυχή.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ικαρία. Εκεί όπου το νησί μπορεί να μοιάζει παράδεισος, αλλά για εκείνη υπήρξε και τόπος δοκιμασίας. Τον πατέρα της δεν τον γνώρισε παιδί. Έφυγε για την Αμερική όταν εκείνη ήταν μόλις εννέα μηνών και τον είδε πρώτη φορά στα είκοσι επτά της, πια παντρεμένη.

Ο πόλεμος μπήκε στη ζωή της από κοντά. Όχι σαν είδηση. Σαν φόβος, σαν πείνα, σαν φυγή. Νέα ακόμη, μπήκε σε μια βάρκα μαζί με άλλους ανθρώπους και πέρασε στην Τουρκία για να σωθεί από τα δόντια του πολέμου στην Ικαρία. Γνώρισε την ξενιτιά, την αγωνία, την καταστροφή γύρω της. Κι όμως δεν λύγισε.

Βρέθηκε να υπηρετεί ως νοσοκόμα σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, δίπλα σε ανθρώπους τραυματισμένους, εξαντλημένους, χτυπημένους από την ιστορία. Είδε εικόνες που δύσκολα χωρούν σε λόγια. Κι όμως στάθηκε εκεί. Όχι για τον εαυτό της. Για τους άλλους. Για να δέσει πληγές, να δώσει λίγο νερό, λίγη φροντίδα, λίγη ανθρώπινη παρουσία εκεί όπου όλα έμοιαζαν να έχουν χαθεί.

Αργότερα, με μεγάλη προσπάθεια, κατάφερε να φύγει για την Αθήνα για σπουδές. Η μητέρα της έπεισε έναν χωροφύλακα να της εκδώσει το χαρτί που χρειαζόταν για να ταξιδέψει, προσφέροντάς του μια χρυσή λίρα και ένα δαχτυλίδι. Η Καίτη σπούδασε Φυσικό στην Αθήνα και διορίστηκε εκπαιδευτικός.

Στα χρόνια της χούντας στάθηκε ξανά εκεί που έπρεπε. Δίπλα στους μαθητές της. Τους κάλυπτε για να μπορέσουν να κατέβουν στο Πολυτεχνείο. Είχε ζήσει πολλά για να φοβηθεί τη σιωπή. Είχε δει τον πόλεμο, την απώλεια, την προσφυγιά. Δεν θα λύγιζε από την χούντα.

Σήμερα κοιτά την Ικαρία και τη λέει παράδεισο. Όχι γιατί ξέχασε. Αλλά γιατί θυμάται. Γιατί σε κάθε γωνιά βλέπει όσα πέρασε, όσα άντεξε, όσα υπερασπίστηκε. Και μέσα από τη φρίκη, τη δυστυχία και τις απώλειες, κράτησε κάτι ακέραιο.

Την πίστη στο δίκαιο.
Την ελπίδα.
Και έναν δικό της, ήσυχο τρόπο να πολεμά.

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Ο Μιχάλης Πατιρμτζής είναι από εκείνους τους ανθρώπους που τους συνδέεις με έναν τόπο σχεδόν αυτονόητα. Σαν να υπήρχαν π...
05/08/2026

Ο Μιχάλης Πατιρμτζής είναι από εκείνους τους ανθρώπους που τους συνδέεις με έναν τόπο σχεδόν αυτονόητα. Σαν να υπήρχαν πάντα εκεί.

Γεννημένος το 1962, μόλις ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία, στα είκοσί του χρόνια, μπήκε κατευθείαν στο παντοπωλείο της οικογένειας. Ένα μαγαζί που προϋπήρχε της δικής του ζωής, αφού πρώτα το κρατούσε ο πατέρας του. Συνολικά, η οικογένεια μετρά εβδομήντα έξι χρόνια πίσω από τον ίδιο πάγκο.

Ο ίδιος έμεινε εκεί τέσσερις δεκαετίες, από το 1980 μέχρι τη σύνταξή του. Χρόνια γεμάτα μικρές καθημερινές συναντήσεις, γνώριμα πρόσωπα, κουβέντες της στιγμής, τις απλές ανάγκες ενός χωριού που περνούσαν από την πόρτα του.

Δεν έκανε οικογένεια με τη συμβατική έννοια. Έμεινε εργένης και αφιέρωσε τη ζωή του σε αυτή τη σταθερή καθημερινότητα που για πολλούς θα έμοιαζε μονότονη, για εκείνον όμως ήταν απλώς η ζωή του όπως την ήξερε.

Σε έναν κόσμο που αλλάζει γρήγορα, υπάρχουν άνθρωποι που κρατούν έναν δικό τους σταθερό ρυθμό. Και κάπως έτσι, χωρίς επιδίωξη, γίνονται μέρος της μνήμης ενός τόπου.

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Ο Χρήστος Χρυσοφώς γεννήθηκε το 1941, τότε που τα πράγματα δεν άφηναν πολλά περιθώρια για παιδικά χρόνια. Η κατοχή δεν ή...
01/08/2026

Ο Χρήστος Χρυσοφώς γεννήθηκε το 1941, τότε που τα πράγματα δεν άφηναν πολλά περιθώρια για παιδικά χρόνια. Η κατοχή δεν ήταν ιστορία, ήταν η καθημερινότητά του. Από νωρίς μπήκε στη δουλειά. Καφενείο, φούρνος, ό,τι χρειαζόταν για να σταθεί η οικογένεια. Δεν το είπε ποτέ θυσία. Το έλεγε απλώς ζωή.

Τα δύσκολα χρόνια δεν τον λύγισαν. Τον έμαθαν να αντέχει χωρίς να κάνει θόρυβο. Να προχωράει χωρίς να ζητάει πολλά. Κι όταν ήρθε η ώρα του στρατού, βρέθηκε στην κουζίνα. Από μάγειρας έγινε αρχιμάγειρας, μαγειρεύοντας για ανθρώπους που είχαν βαθμούς και εξουσία. Εκείνος κράτησε μόνο τη δουλειά του. Καθαρή, τίμια, χωρίς περιττά.

Η θάλασσα ήρθε μετά, σαν φυσική συνέχεια. Πρώτα τα καΐκια, μετά τα μεγάλα πλοία. Κρουαζιερόπλοια και φορτηγά. Τριάντα έξι χρόνια πάνω στο νερό. Μήνες που γίνονταν χρόνια. Έφτασε να λείπει μέχρι και τέσσερα συνεχόμενα χρόνια. Όχι από επιλογή, από ανάγκη. Ήθελε η οικογένεια να σταθεί, να ξεχρεώσει, να ανασάνει.

Δεν κουράστηκε από τη θάλασσα. Κουράστηκε μόνο από την απόσταση.

Είδε πολλά. Και τα καλά και τα δύσκολα. Σε ένα καράβι χόρευε και κέρδιζε φιλοδωρήματα από τους τουρίστες, έτσι απλά, γιατί το είχε μέσα του. Σε άλλα ταξίδια πάλευε να μείνει ζωντανός. Τρία ναυάγια. Στο ένα, το 1975, στα νησιά Νικομπάρ, έμεινε οκτώ μέρες πάνω στο κουφάρι του πλοίου περιμένοντας βοήθεια. Ο χρόνος εκεί δεν κυλούσε, απλώς στεκόταν.

Κι όμως, δεν θα άλλαζε τίποτα.

Μιλάει για τη θάλασσα με καμάρι. Σαν να ήταν επιλογή και όχι βάρος. Σαν να του χρωστάει κάτι κι όχι το αντίθετο. Μόνο ένα πράγμα τον πειράζει. Οι ναυτικοί σήμερα, λέει, δεν έχουν αυτό που είχαν. Το ΝΑΤ, οι συντάξεις, η ελληνική ναυτιλία όπως την έζησε. Τότε που τα καράβια είχαν Έλληνες και τα λιμάνια γνώριζαν τα ονόματά τους.

Σταμάτησε το 1986. Αλλά δεν σταματάς ποτέ τη θάλασσα. Μένει μέσα σου. Στις κινήσεις, στο βλέμμα, στον τρόπο που στέκεσαι.

Στη Σκόπελο και στον Πειραιά ο Χρήστος ζει το ίδιο πράγμα. Δύο τόποι, μία διαδρομή. Σαν να ακούγεται ακόμα κάπου μια μηχανή να δουλεύει χαμηλά και ένα κατάστρωμα να τρίζει.

Και εκείνος, ήσυχος, να ξέρει ότι έκανε τον κύκλο του όπως έπρεπε.

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Ο Παναγιώτης Κουβδής δεν διάλεξε από την αρχή τον πηλό. Τον βρήκε μπροστά του σαν οικογενειακό χρέος, σαν δρόμο που είχε...
31/07/2026

Ο Παναγιώτης Κουβδής δεν διάλεξε από την αρχή τον πηλό. Τον βρήκε μπροστά του σαν οικογενειακό χρέος, σαν δρόμο που είχε ήδη χαραχτεί πριν από εκείνον.

Τέταρτη γενιά αγγειοπλάστης, πήρε τη σκυτάλη από τον πατέρα και τον παππού του, σε έναν τόπο όπου τα χέρια ήξεραν να φτιάχνουν πριν ακόμη μιλήσουν. Εκείνος, παιδί ακόμα, ήθελε γράμματα. Ήθελε να μάθει, να σπουδάσει, να ανοίξει μια άλλη πόρτα. Ο πατέρας του όμως τον ήθελε κοντά του, στα χωράφια και στη δουλειά.

Το 1973 είχε σχεδόν αλλάξει η ζωή του. Υπήρχε η δυνατότητα να διοριστεί κλητήρας στο γυμνάσιο. Τα χαρτιά ήταν έτοιμα. Όμως ο πατέρας του αρνήθηκε. «Θα δουλέψουμε μαζί», του είπε. Κι όταν εκείνος έφυγε από τη ζωή λίγα χρόνια αργότερα, για τον Παναγιώτη ήταν πια αργά να γυρίσει αλλού το τιμόνι.

Μπήκε λοιπόν στον τροχό χωρίς να τον έχει ζητήσει. Κι όμως, σιγά σιγά, κάτι άλλαξε. Ο πηλός άρχισε να του μιλάει. Η κίνηση του χεριού, το νερό, η υπομονή, η φωτιά, όλα έγιναν ένας τρόπος να στέκεται μέσα στον κόσμο. Κατάλαβε πως αυτή η δουλειά του πήγαινε. Και πως δεν ήταν μόνο δική του. Ήταν κομμάτι μιας Λέσβου που χανόταν λίγο λίγο.

Οι παλιές εποχές δεν είχαν ευκολία. Μέχρι το 1984, όπως θυμάται, δεν υπήρχε ούτε φως ούτε δρόμος. Το νερό κουβαλιόταν στους ώμους, οι αποστάσεις μετριούνταν με τα πόδια και τα μουλάρια βοηθούσαν όσο μπορούσαν. Η ζωή ήθελε αντοχή, όχι λόγια.

Ο Παναγιώτης δεν στάθηκε να παραπονεθεί. Δούλεψε, κουράστηκε, συνέχισε. Κράτησε ζωντανή μια τέχνη που κάποτε στεκόταν δίπλα στους χτίστες, τους κουρείς, τους τσαγκάρηδες, σε έναν κόσμο που βασιζόταν στα χέρια και στην εμπιστοσύνη.

Και ίσως αυτό να νοσταλγεί περισσότερο. Όχι τη φτώχεια, ούτε τη δυσκολία. Αλλά εκείνη την εκτίμηση ανάμεσα στους ανθρώπους. Την αλληλεγγύη. Τη σιωπηλή συμφωνία πως ο ένας είχε ανάγκη τον άλλον.

Σήμερα, κοιτάζει τον πηλό και ξέρει πως μέσα του δεν σώζεται μόνο ένα επάγγελμα. Σώζεται ένας τρόπος ζωής. Μια μνήμη που γυρίζει ακόμη στον τροχό.

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Κάποιοι άνθρωποι μοιάζουν να κουβαλούν μέσα τους περισσότερο χρόνο απ’ όσο τους αναλογεί.Ο Γιώργος Κέσσες ήταν ένας από ...
28/07/2026

Κάποιοι άνθρωποι μοιάζουν να κουβαλούν μέσα τους περισσότερο χρόνο απ’ όσο τους αναλογεί.

Ο Γιώργος Κέσσες ήταν ένας από αυτούς.

Γεννημένος στην Ικαρία, μεγάλωσε με την απουσία του πατέρα του, που έφυγε για την Αμερική λίγο πριν ο πόλεμος μετατρέψει μια σύντομη υπόσχεση επιστροφής σε σχεδόν μια ολόκληρη ζωή. Από παιδί ανέλαβε ευθύνες μεγαλύτερες από την ηλικία του και έζησε την Κατοχή βλέποντας την πείνα, τον φόβο και την αγωνία να σημαδεύουν τον τόπο του.

Στα 21 του ταξίδεψε στην Αμερική, όπου γνώρισε για πρώτη φορά τον πατέρα του. Δεν στάθηκε όμως στην πίκρα, κράτησε τη διαύγεια ενός ανθρώπου που αποδέχτηκε πως η ζωή δεν ακολουθεί πάντα τις υποσχέσεις της.

Εκεί τον μάγεψε και η τεχνολογία. Επιστρέφοντας στην Ικαρία το 1964 έφερε το πρώτο κασετόφωνο που γνώρισαν πολλοί στο νησί και μια κινηματογραφική μηχανή 16mm. Ηχογραφούσε φωνές, νέα και γέλια του χωριού, στέλνοντας τις κασέτες στην Αμερική ώστε οι ξενιτεμένοι να ακούν τους δικούς τους. Πάνω στις ίδιες κασέτες ερχόταν η απάντηση πίσω. Οι φωνές ταξίδευαν πάνω από έναν ωκεανό, πολύ πριν η επικοινωνία γίνει υπόθεση ενός κουμπιού.

Ύστερα ήρθε η Ευαγγελία. Γνωρίστηκαν παιδιά, μόλις έξι χρονών, η ζωή τους χώρισε, δημιούργησαν οικογένειες, αγάπησαν και αποχαιρέτησαν ανθρώπους. Λίγο πριν τα ογδόντα βρέθηκαν ξανά και εκείνη του είπε: «Αφήσαμε να χαθεί τόσος χρόνος… αλλά βρεθήκαμε». Και οι δύο είχαν μεγαλώσει γνωρίζοντας την απουσία του πατέρα από μικρή ηλικία, ίσως γι’ αυτό αναγνώρισαν ο ένας στον άλλον κάτι βαθύτερο από μια ανάμνηση.

Δεν μιλούσαν ποτέ σαν άνθρωποι που τους χρωστούσε η ζωή. Μιλούσαν με ευγνωμοσύνη για τα πανηγύρια, τα γέλια, τα μεταπολεμικά χρόνια που έφεραν ξανά μουσική και για το ότι, έστω αργά, βρέθηκαν.

Πριν λίγο καιρό ο Γιώργος έφυγε από τη ζωή. Η Ευαγγελία συνεχίζει πλέον μόνη, κρατώντας αυτή την κοινή διαδρομή σαν πολύτιμη μνήμη.

Γιατί τελικά ίσως αυτό να είναι η ζωή. Όχι να φτάνεις στην ώρα σου. Αλλά να φτάνεις. Και να έχει υπάρξει κάποιος που σου είπε πως άξιζε η αναμονή.

🖊️: Κωνσταντίνος Σοφικίτης

Address

Káto Koufonísion

Alerts

Be the first to know and let us send you an email when Marabou Project posts news and promotions. Your email address will not be used for any other purpose, and you can unsubscribe at any time.

Contact The Business

Send a message to Marabou Project:

Shortcuts

Share